Κινηματογραφική Γεωγραφία – 4η Συνάντηση

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
ΒΛΕΠΟΥΜΕ, ΣΥΖΗΤΑΜΕ, ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ από και για το ΣΙΝΕΜΑ

3ος ΧΡΟΝΟΣ
Κινηματογραφική Γεωγραφία
Συνάντηση 4η

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 8:00μμ, Πάρνηθος 21
Θέμα: Ιρανικό σινεμά εντός και εκτός συνόρων, Η συνέχεια: Τζαφάρ Παναχί, Οικογένεια Μαχμαλμπάφ, Μαχμάν Γκομπαντί

Οι σημερινοί Ιρανοί είναι οι κληρονόμοι ενός από τους παλαιότερους και λαμπρότερους πολιτισμούς στον κόσμο. Η παράδοση αιώνων ποίησης, λογοτεχνίας, μουσικής και εικαστικών τεχνών επηρέασαν την ανάπτυξη του ιρανικού κινηματογράφου. Η σχετικά νεαρή ιρανική κινηματογραφία (μετρά σχεδόν 60 χρόνια, μικρή περίοδος σε σύγκριση με άλλους εθνικούς κινηματογράφους) χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία. Αν και άγνωστη στη Δύση μέχρι πρόσφατα εξελίχθηκε σε μια ζωντανή και δημοφιλή καλλιτεχνική έκφραση, στηρίζοντας μια βιομηχανία η οποία παράγει 60-70 ταινίες μεγάλου μήκους ετησίως. Ιρανικές παραγωγές περιλαμβάνονται εδώ και χρόνια στις λίστες των σημαντικότερων κινηματογραφικών ενώσεων και φορέων με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Η πλειοψηφία αυτών των παραγωγών αρχικά σκόπευε στις ανάγκες της τοπικής αγοράς αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ’70 εμφανίστηκε μια νέα γενιά σκηνοθετών οι οποίοι ξέφυγαν από τα εθνικά όρια και εντυπωσίασαν τους κινηματογραφόφιλους παγκοσμίως. Η επιτυχία τους επιβεβαιώθηκε από δεκάδες βραβεία τα οποία κέρδισαν σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο.

Η πλήρης απουσία σεξ και βίας από το ιρανικό σινεμά έστρεψε τους κινηματογραφιστές προς την εικαστική ποίηση και την έρευνα. Ο καλλιτεχνικός εκλεπτυσμός σχηματίζει μία σταθερή και ιδιαίτερα πλούσια σύνθεση, μέσω της οποίας ερευνάται η ποιότητα και το περιεχόμενο της σύγχρονης ζωής στο Ιράν. Και κάπως έτσι το Ιράν είναι εδώ και δεκαετίες ένας ολάνθιστος κινηματογραφικός κήπος, γνωστός για την ωμότητα, την απλότητα και τη συναισθηματική αμεσότητα των έργων του. Το εθνικό σινεμά της Ιράν στήνεται σε εξόχως τοπικά υλικά, μια από τις πολλές και μεγάλες δυνάμεις του. Αλλά ταυτόχρονα ξεφεύγει από τα εθνικά σύνορα και έχει διεθνή απήχηση, καθώς μιλά προφανώς για θέματα παγκόσμια και διαχρονικά.

Τζαφάρ Παναχί

Ο Τζαφάρ Παναχί είναι ένας από τους σκηνοθέτες που οδήγησαν το ιρανικό σινεμά στην ακμή του, προοιωνίζοντας τα σύγχρονα αριστουργήματα που χαρίζουν πια απλόχερα δημιουργοί όπως ο Ασγκάρ Φαραντί. Όταν παρουσίασε, το 1995, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του στις Κάνες, το «Άσπρο μπαλόνι», κέρδισε τη Χρυσή Κάμερα και έδωσε υπόσχεση για λαμπερό μέλλον, μέλλον που εξελίχθηκε πίσω από κλειστές πόρτες, μια και εκείνη ήταν η πρώτη και τελευταία ταινία του που εγκρίθηκε από το ιρανικό κράτος. Οι επόμενες 8, ανάμεσα τους η εξαιρετική «Εκτός παιδειάς»/(Offside, 2006) και η τελευταία του «Three faces» (2018), έγιναν παράνομα και παράνομα φυγαδεύτηκαν από τη χώρα.

Αυτή τη στιγμή, ο Παναχί έχει καταδικαστεί σε 20ετή απαγόρευση να γυρίζει ταινίες, να γράφει σενάρια να ταξιδεύει εκτός Ιράν, να δίνει συνεντεύξεις. Εάν συμβεί κάτι από τα παραπάνω, θα καταδικαστεί σε 6ετή φυλάκιση. Έτσι, κάνει ταινίες παράνομα, χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης, χωρίς να είναι παρών στις προβολές τους – αλλά είναι η παρουσία του ολοζώντανη στις φρέσκες, αυτοσχέδιες, χειροποίητες ταινίες που καταφέρνει να σκηνοθετεί κάθε δυο-τρία χρόνια. Στον Παναχί πάντα άρεσε ο ρεαλισμός, αλλά σε συνθήκες κατ΄οίκον περιορισμού δημιουργεί με τα λίγα που έχει: ψηφιακές, οικιακές κάμερες και κινητά, που καταγράφουν τη δική του πραγματικότητα, την πραγματικότητα ενός ανθρώπου κλεισμένου σε τέσσερις τοίχους. Έτσι γύρισε το «This is not a film», μόλις ένα χρόνο μετά τη σύλληψή του, το «Closed curtain» το 2013 και δύο χρόνια αργότερα το «Ταξί στην Τεχεράνη«, που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Απελευθερωμένος, σχετικά από τα ασφυκτικά του δεσμά, ο σκηνοθέτης γίνεται οδηγός ταξί στους δρόμους της Τεχεράνης κι απ’ το αυτοκίνητό του παρελαύνει μια μικρογραφία της ιρανικής κοινωνίας του σήμερα, που κοιτάζει την κάμερα επιφυλακτικά, χαμογελαστά ή δεν την κοιτάζει καν γιατί δεν τη νοιάζει ποιος είναι εκεί και τι βλέπει.

Μια ειδική περίπτωση: Η οικογένεια Μαχμαλμπάφ

Ο πατέρας Mohsen Makhmalbaf, στη νιότη του προπαγανδιστής της επανάστασης και τώρα ουμανιστής και ακτιβιστής, έκανε το σπίτι του σχολή κινηματογράφου με πρώτες μαθήτριες τη γυναίκα του Marziyeh Meshkini και τις κόρες του Samira και Hana. Η Σαμίρα Μαχμαλμπάφ πρωτοεμφανίζεται στον «Ποδηλάτη» (Bicycleran, 1987) του πατέρα της, όντας μόλις οκτώ ετών. Στα δεκαπέντε της δοκιμάζει να κάνει τη δική της επανάσταση: παρατάει το σχολείο στην τελευταία τάξη κι αποφασίζει να σπουδάσει σκηνοθεσία. Δεν υπάρχει όμως σχολή, αλλά και καμία περίπτωση να βγει απ’ τη χώρα. Ο Μοχσέν υποβάλει μια πρόταση στο υπουργείο Πολιτισμού και ζητάει άδεια και χρηματοδότηση για την πρώτη σχολή κινηματογράφου της χώρας, με δυναμικότητα εκπαίδευσης 100 σπουδαστών. Η θέση του είναι ήδη δυσμενής, θεωρείται ένα αγκάθι στο σώμα της πολιτιστικής επανάστασης. Του λένε λοιπόν, πως «ένας επικίνδυνος σκηνοθέτης είναι αρκετός για τη χώρα» και πως «δεν ανέχονται άλλους 100 σαν κι αυτόν». Έτσι η Σχολή Κινηματογράφου Μαχμαλμπάφ έγινε στο σπίτι του!!! Πρώτοι του μαθητές είναι τα παιδιά του, η δεύτερη σύζυγος Marziyeh Meshkini και τέσσερις φίλοι. Νεότερο μέλος η οκτάχρονη Hana, της οποίας το μικρού μήκους «Την ημέρα που αρρώστησε η θεία» παίχτηκε το 1997 στο Λοκάρνο και την Θεσσαλονίκη. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής ήταν ο εικοσάχρονος Ebrahim Ghafori, που έκανε φωτογραφία στο «Μήλο» και τον «Μαυροπίνακα» της Σαμίρα.

Ο Μαχμαλμπάφ έβαλε υποθήκη το σπίτι του, για να χρηματοδοτήσει τη σχολή και την ταινία του «Μια στιγμή αθωότητας» (Noon-o Goldoun, 1996). Σε μια βίαιη σπουδαστική διαδήλωση της δεκαετίας του 1970, ο Μοχσέν Μαχμαλμπάφ μαχαίρωσε έναν αστυνομικό. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο σκηνοθέτης έψαξε και βρήκε τον χωροφύλακα για να κάνει ταινία το τι συνέβη εκείνη τη μοιραία μέρα. Σε ένα εξαιρετικό μείγμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, ο μεγάλος Ιρανός αναπαριστά τα γεγονότα και μιλά και για το ίδιο το σινεμά. Το φιλμ έγινε παγκόσμια επιτυχία για τα ουμανιστικά και ανθρωπιστικά του μηνύματα, αλλά αποπέμφθηκε από το υπουργείου Πολιτισμού του Ιράν. Την ίδια τύχη είχε και «Η σιωπή» (Sokhout, 1998) διότι ο σκηνοθέτης αρνήθηκε να κόψει 54 επίμαχα δευτερόλεπτα που ερμηνεύτηκαν ως ‘ρυθμικό κίνημα’. Φυσικά απαγορεύτηκε η διανομή τους και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του πατρικού του σπιτιού. Για τα επόμενα χρόνια ο Μοχσέν αφοσιώθηκε στη διδασκαλία.

Δυο μόλις χρόνια από την λειτουργία της σχολής, η Σαμίρα έκανε «Το μήλο» (Sib), την ιστορία δυο δίδυμων κοριτσιών που ζουν επί 11 χρόνια φυλακισμένες στο σπίτι τους, μαζί με την τυφλή μητέρα τους. Αναπόφευκτα η επίδραση του σκηνοθέτη ήταν καταλυτική. «Είναι φυσικό να είναι διάχυτη η παρουσία του. Είναι ο μοντέρ, ο σεναριογράφος κι ο πατέρας μου. Η επιρροή του πάνω μου είναι απόλυτη» λέει η σκηνοθέτης. Το επόμενό της φιλμ, «Ο μαυροπίνακας», έγινε στο ιρανικό Κουρδιστάν, σε μοντάζ του μπαμπά και σενάριο που υπέγραψαν αμφότεροι. Οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες για τις ικανότητες και το ταλέντο της Σαμίρα, εξανεμίζονται αυθωρί βλέποντας το ντοκιμαντέρ του αδερφού της Maysam, «Πως η Σαμίρα έκανε τον Μαυροπίνακα». «Ο μαυροπίνακας», είναι ταινία γυρισμένη με κάμερα χειρός, με λίγους επαγγελματίες ηθοποιούς και πολλούς ντόπιους ερασιτέχνες και αφηγείται τις συνοριακές περιπέτειες δυο δασκάλων που κουβαλάνε τον μαυροπίνακα στην πλάτη τους και ψάχνουν για μαθητές, ανάμεσα στους έφηβους κούρδους, εκκολαπτόμενους λαθρέμπορους. Για αυτήν τη σκηνοθέτη το σινεμά «βρίσκεται στα σύνορα ονείρου και πραγματικότητας» και είναι ζήτημα «έσχατης απλότητας και ζωτικότητας των διαλόγων».

Η άλλη κόρη του Μοχσέν, Χάνα Μαχμαλμπάφ γύρισε ανάμεσα σε άλλες την εξαιρετική ταινία «Ο Βούδας λιποθύμησε από ντροπή».

Η Marziyeh Meshkini πήρε τη θέση της αδερφής της, πρώτης συζύγου του Μαχμαλμπάφ, όταν αυτή σκοτώθηκε πολύ νέα, σε τραγικό δυστύχημα. Ήταν τότε 30 χρονών, είχε σπουδάσει γεωλογία και βιολογία και ήταν βοηθός σκηνοθέτη στην «Σιωπή», στο «Μήλο» και τον «Μαυροπίνακα». Η πρώτη ταινία της «Την ημέρα που έγινα γυναίκα» (Roozi khe zan shodam, 2000) προβλήθηκε στην Εβδομάδα κριτικής του Φεστιβάλ Βενετία, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς. Το στιβαρό σενάριο είναι και πάλι του Μοχσέν και αφηγείται την ιστορία των γυναικών, σε τρία διαφορετικά στάδια της ζωής στο σημερινό Ιράν. Η ματιά της δημιουργού είναι ποιητική και συμπαθητική προς όλες τις γυναίκες του Ιράν. Οι περισσότερες εξ αυτών αγνοούν ακόμα την έννοια της ελεύθερης διάθεσης του εαυτού τους και βιώνουν την καταπίεση του κοινωνικού τους συστήματος με τρόπο σοκαριστικό και αδιανόητο για μας τους δυτικούς. Η φωνή διαμαρτυρίας που υψώνει, θεωρείται βλαστήμια και προδοσία προς την πατρίδα της. Αλλά για την παγκόσμια τέχνη φαίνεται ότι ως αντίδραση σε αυτή την καταπίεση παράγονται μικρά αριστουργήματα.

Προφανώς η τέχνη πηγάζει από την ανέχεια και την έλλειψη ελευθερίας.
Μαχμάν Γκομπαντί.

Ο Μαχμάν Γκομπαντί έμαθε σινεμά δίπλα στον Κιαροστάμι και με την πρώτη του κιόλας ταινία, τα «Μεθυσμένα άλογα», απέσπασε τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες το 2000 ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης. Το 2004 κάνει το τρίτο του φιλμ «Και οι χελώνες μπορούν να πετάξουν» με το οποίο επιστρέφει για άλλη μια φορά στο άβολο θέμα των παιδιών προσφύγων που μπλέκονται στα αδυσώπητα γρανάζια του πολέμου. Η ταινία εκτυλίσσεται σε έναν καταυλισμό κούρδων προσφύγων στα ιρακινο-τουρκικά σύνορα και παρακολουθεί τις σχέσεις μιας ομάδας παιδιών που δουλεύουν ως ναρκαλιευτές. Η χελώνα είναι μια μεταφορά εδώ για την κουρδική διασπορά, αυτούς τους ανεπιθύμητους που επιβίωσαν από γενοκτονίες και εκτοπίσεις και προσπαθούν να ζήσουν με μια κανονικότητα. Κορυφαίο και εξόχως μοντέρνο αντιπολεμικό δράμα, μιλά για αυτό που όλοι περιμένουν αλλά ποτέ δεν έρχεται τον πόλεμο. Κι όμως είναι πάντα εκεί, στα ακρωτηριασμένα μέλη των παιδιών, στους γονείς που λείπουν πάντα, στο πικρό χιούμορ, στον ωμό ρεαλισμό μιας ζωής που είναι αναγκασμένη να επιβιώσει.

Διδασκαλία: Παναγιώτης Δενδραμής, σκηνοθέτης και διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Κρήτης.

Περισσότερες πληροφορίες για συμμετοχή στις συζητήσεις:
www.cinedrasi.com
www.drasivrilissia.gr

Δηλώσεις συμμετοχής στο τηλέφωνο: 2111165797 και στην ηλεκτρονική διεύθυνση: cinedrasi2011@gmail.com

πηγή: Δράση για μια άλλη πόλη