Η Κινηματογραφική Λέσχη Βριλησσίων Cine Δράση προβάλει και φέτος τις βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους του Φεστιβάλ Δράμας

Το Cine Δράση πιστό στο ετήσιο ραντεβού του με τους φίλους των ταινιών μικρού μήκους

Οι προβολές θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 21 και Παρασκευή 22 Νοεμβρίου, ώρα 8:15μμ, στην αίθουσα του πάρκου «Μ. Θεοδωράκης» (πρώην ΤΥΠΕΤ), Υμηττού 57, Βριλήσσια.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Σχολιασμός: Μαρίνα Παπαχριστοδούλου

«Index» του Νικόλα Κολοβού

Η καρότσα ενός φορτηγού φορτωμένου πρόσφυγες και ένα σφηνωμένο παιδικό δάχτυλο γίνονται το σκηνικό γύρω από το οποίο πλέκεται το συναισθηματικά φορτισμένο δωδεκάλεπτο μονοπλάνο του Νίκου Κολοβού. Μια οικογένεια προσφύγων έτοιμη να αποπλεύσει με λέμβο από μια απροσδιόριστη ακτή θα βρεθεί παγιδευμένη σε μία αδιέξοδη κατάσταση, που απαιτεί μια αποτρόπαια θυσία. Το δάχτυλο του μικρού αγοριού πρέπει να κοπεί προκειμένου η οικογένεια να ακολουθήσει τους υπόλοιπους στο πολυπόθητο ταξίδι προς τη Δύση. Η ταινία, αν και καταφεύγει σε ένα από τα πιο ευαίσθητα και πολυσυζητημένα οικουμενικά θέματα, αποφεύγει το μελοδραματικό αφήγημα, αφού θέτει στο επίκεντρο ένα ηθικό δίλημμα και όχι την ίδια την περιπέτεια της φυγής. Το κωμικό του σεναριακού ευρήματος αμβλύνει εξάλλου την τραγικότητα φωτίζοντας με γκροτέσκο τρόπο μια ιστορία ανθρώπινης απόγνωσης. Όταν η λύση δίνεται με τη συγκινησιακά φορτισμένη σκηνή της αποκάλυψης του παιδικού τεχνάσματος, η τραγικότητα εντείνεται, αποφορτίζεται ωστόσο από την αργή κίνηση της κάμερας που απομακρύνει το βλέμμα του θεατή προς ένα ανοιχτό τέλος. Τo Index, που ο τίτλος του μπορεί να διαβαστεί διπλά (ως δείκτης αλλά και ως ανώνυμος κατάλογος) κέρδισε το Χρυσό Διόνυσο στο 42ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

«Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς» του Βασίλη Κεκάτου

Νύχτα. Σε ένα παλιό βενζινάδικο λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα δυο νεαροί συναντιούνται για πρώτη φορά. Ο πρώτος έχει σταματήσει για να βάλει βενζίνη στη μηχανή του. Ο δεύτερος που έχει ξεμείνει από λεφτά τον πλησιάζει και του ζητάει τα 22,50 ευρώ που χρειάζεται για να επιστρέψει στην Αθήνα. Μια σχέση άνιση εξαρχής, που ξεκινάει με ένα επίμονο αλλά παιγνιώδες παζάρεμα, μεταμορφώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε ένα αγοραίο παιχνίδι με τη φωτιά ή και ένα κυνήγι του ανέφικτου. Λέξεις χαμηλόφωνες σχεδόν ψιθυριστές, κινήσεις γρήγορες, κοντινά πλάνα σε απόσταση αναπνοής, ένα στροβίλισμα με φόντο τα μακρινά φώτα που τρεμοπαίζουν. Ένα ολιγόλεπτο παιχνίδι πρόκλησης και ερωτικής επιθυμίας, που με επίκεντρο ένα ερημικό νυχτερινό τοπίο σε μια τυχαία χρονική στιγμή, κινείται μεταξύ ρεαλιστικού-φαντασιακού, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα αμφίσημη κι απογειώνεται τελικά με την ανατρεπτική σκηνή του τέλους στην πιο τρυφερή queer κινηματογραφική διαδρομή με μηχανή. Σε μια μικρογραφία του τυχαίου ο Κεκάτος χρησιμοποιεί με τόλμη αλλά και εξαιρετική ευελιξία τα λιγοστά διαθέσιμα μέσα για να μεταμορφώσει μια απλή ιστορία αναζήτησης σε ποιητικό πυροτέχνημα. Την απόσταση που χωρίζει τα σώματα, το εξαιρετικά φωτισμένο γενικό πλάνο, τα εκφραστικά βλέμματα των πρωταγωνιστών του αλλά και τη μουσική του The Boy στην υπέροχη σκηνή του τέλους. Η ταινία που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών απέσπασε και το βραβείο σκηνοθεσίας στο 42ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

«Κλεονίκη» της Άννας Αντωνοπούλου

Η Κλεονίκη ζει σε μια ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας, σ’ ένα σπίτι που μετρά πολλές δεκαετίες και πολλά βιώματα: έχει γλυκιά φωνή και μια χαριτωμένη παιδικότητα, της λείπει η παρουσία της μαμάς της, ανυπομονεί να έρθει το πανηγύρι του Σωτήρος για να τραγουδήσει και να γλεντήσει. Η Κλεονίκη είναι 101 χρόνων και ζει με τα δυο από τα οκτώ παιδιά της. Τίποτε «νοσταλγικό» ή παρελθοντολαγνικό δεν υπάρχει στην ταινία της Αννας Αντωνοπούλου, παρά μόνο μια ηρωίδα που σκορπίζει φως και γέλιο, διακριτικοί οικογενειακοί δεσμοί που βαστούν γερά, ένας βουκολικός τρόπος ζωής σ’ έναν αραιοκατοικημένο, δύσκολο τόπο και μια διάθεση να κοροϊδέψει παιχνιδιάρικα τ’ αναμενόμενα της ζωής. Η φωτογραφία είναι πιο κοντά στο home movie, το μοντάζ θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σφιχτό, όμως στην αφήγησή της η Αντωνοπούλου χτίζει ακόμα και μικρές εκπλήξεις κι ανατροπές και, κυρίως, συστήνει και τιμά, χωρίς ίχνος παρέμβασης ή συγκινησιακού εκβιασμού, μια γυναίκα απολαυστική, της οποίας το σπουδαιότερο επίτευγμα είναι ότι έζησε, είδε κι έκανε με αγάπη – και φροντίζει να ταΐσει και τις κάμερες, μην μείνουν νηστικές.

«Υπνοβατώντας» της Μελίσσας Αναστάση

Σε μια φάρμα, περικυκλωμένη από ένα επίπεδο τίποτα, ένα αγόρι μεγαλώνει με την απειλή της βίας: ο ίδιος κι η μητέρα του πρέπει να προσπαθήσουν να γλιτώσουν από τον θρησκόληπτο σαδιστή πατέρα. Αν, όμως, το αγόρι τα καταφέρει, τι θα το περιμένει εκεί έξω; Η Μελίσσα Αναστάση από την Αυστραλία στήνει ένα ενδιαφέρον περιβάλλον που μιλά περισσότερο από τους ήρωές της. Πατώντας, όμως, σε γνωστές φόρμες οικογενειακής εξουσίας και κρατώντας τη δράση των ηρώων της στα απολύτως αναμενόμενα, δεν γεμίζει το στέρφο αγρόκτημά της με πολλά περισσότερα από ένα ωραίο στιλ.

«Ρουζ»του Κωστή Θεοδοσόπουλου

Ένα περιστατικό σεξιστικής βίας πυροδοτεί εντάσεις στη φιλία της Δανάης με την Ιλόνα και την Τούφα. Διχασμένες ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, οι τρεις φίλες αντιλαμβάνονται πως η πατριαρχία δεν πεθαίνει (μόνο) με μπουκάλια, και πλέον έχουν τα σημάδια για να το αποδείξουν. Ο Κωστής είναι πολύ ικανός σκηνοθέτης. Ταλέντο! Το φιλμάκι του, που διαρκεί 18 λεπτά διακατέχεται από απίστευτη κινηματογραφική αντίληψη.Πλάνα, μοντάζ, γράψιμο σκηνών, διεύθυνση προσώπων, χρήση κοντινών πλάνων…. Και ρυθμός, φωτογραφία νυχτερινή υποβολή αλλά και τα εσωτερικά ανάλογα. Εξαιρετική καθοδήγηση νεαρών κοριτσιών κι αποτύπωση από τον ίδιο του πως μιλούν και συμπεριφέρονται αυτά τα νεαρά κορίτσια της εποχής, Θαυμάσια κι η απόδοση του οικογενειακού γεύματος. Στα γρήγορα, με απόλυτη οικονομία η σχέση μάνας και κόρης (ΜΑΡΙΑ ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ σούπερ μάνα), η ο ρόλος του πατέρα σε ένα σπίτι που μάλλον οι γυναίκες ανεβοκατεβάζουν το …VOLUME κι ο άνθρωπος θέλει ένα ρημαδοφαϊ να φάει κι όλο αυτό αποτυπώνεται θαυμάσια, με το πώς ο Κωστής του έχει αποσπάσει τα βλέμματα. Υπάρχει μόνο μια ασάφεια στο κλείσιμο που θέτει λίγο εν αμφιβόλλω το what’s the movie about?, αν και φαίνεται ότι είναι η φιλία κι η καταφυγή σε αυτήν. Συνολικά Εξαιρετικό ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ Σκηνοθέτη, που πήρε και το σχετικό βραβείο.

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ» Του ΚΩΣΤΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Εδώ έχουμε εξαιρετικά αττμοσφαιρική φωτογραφία, που «φωτίζει» βαριά, σκοτεινά χρώματα (ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΝΤΖΟΣ) και που, ουσιαστικά, φτιάχνει κι όλη την ατμόσφαιρα για λογαριασμό της σκηνοθεσίας (της σκηνοθεσίας είπα, όχι του σκηνοθέτη- έχει σημασία!). Σεναριακά το βρήκα κάπως θολό, όμως ένα δεύτερο προσόν ήταν η κοπέλα που παίζει, η ΣΙΣΣΥ ΤΟΥΜΑΣΗ, η οποία με τα εκφραστικό της πρόσωπο κατάφερνε να κάνει συναισθηματική επικοινωνία. Όχι, δεν ήταν από αυτά που ξεχώρισα.

«ΜΙΛΑ» του ΑΝΔΡΕΑ ΒΑΚΑΛΙΟΥ

Λοιπόν, σε αυτό το ταινιάκι που διαρκεί 15 λεπτών, εκτίμησα κάτι το οποίο όμως είναι πολύ ιδιαίτερο. Τι είναι αυτό; Δεν μου φάνηκε τόσο για ταινία μικρού μήκους, όσο για σκηνή, για σεκάνς αν θέλετε μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Ως τέτοιο, ως σκηνή δηλαδή μεγάλου μήκους ταινίας θα έλεγα ότι είναι από τις πολύ καλές. Οι δηλητηριώδεις εξομολογήσεις μεταξύ πατέρα και κόρης όπου ο πρώτος πεθαίνει και τώρα θυμήθηκε να της πεί ότι την αγαπά κι εκείνη που έχει να του στείλει τα χαμπαράκια της. Ως σκηνή έχει αρχή μέση και τέλος, είναι γραμμένη με τους κανόνες μιας μεγάλου μήκους ταινίας με μόνη τη διαφορά ότι πρόκειται για σκηνή, τέτοια εντύπωση αφήνει δηλαδή διότι υπάρχει κι ένα ακόμα μυστικό από τα πολλά, στη συγγραφή του σεναρίου. Το ότι κάθε σκηνή πρέπει να γράφεται κι αυτή με τους κανόνες του συνολικού σεναρίου, να έχει κεντρικό ήρωα η σκηνή, να έχει φινάλε η σκηνή, να έχει εμπόδια που να βάζει στον ήρωα μέχρι να φτάσει στο φινάλε. Όπως ακριβώς στα σενάρια. Από αυτή την άποψη, ως έργο-σκηνή, το «ΜΙΛΑ» το εκτίμησα. Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΤΡΠΑΣΟΠΟΥΛΟΣ στο ρόλο του πατέρα είχε και τσαμπουκά είχε όμως και συντριβή. Κι η ΕΥΘΑΛΙΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ έχει πολύ φωτεινά μάτια. Και της τα φωτίζει πολύ ωραία η διευθύντρια φωτογραφίας όπως φωτίζει υποβλητικά και το σύνολο.

«Ο ΜΑΓΚΑΣ» Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΚΑΝΙΑΡΗ

Ήταν η τελευταία στο πρόγραμμα, δεν ξέρω αν την έβαλαν τυχαία, πάντως ήταν ταινία για να φύγεις με τις τελευταίες καλές εντυπώσεις από την εκδήλωση. Την έβαλα δίπλα στου Κεκάτου και στο «Ρουζ» που ξεχώρισαν, τη χειροκρότησα θερμότατα. Μου έδωσε την εντύπωση αυτού που λέμε «ταινία μικρού μήκους» και τι πρέπει να εννοούμε, στα πλαίσια της ΑΦΗΓΗΣΗΣ. Σε 17 λεπτά είδα ένα ολόκληρο , κοινωνικό έργο, αστυνομικού χαρακτήρα, που είχε τα πάντα μέσα, φτωχογειτονιά, εγκληματικότητα ,λουμπεναρία, συμμορίες παιδιών, κάτι σαν ελληνική «μεγάλη νύχτα της Νάπολης», ταύτιση με ήρωα, διότι ο πιτσιρικάς είναι ολοκληρωμένος άρα αγωνιάς για την τύχη του, εξαιρετικά γραμμένοι κι οι ρόλοι των «κινδύνων» και των «ανταγωνιστών», κινηματογραφικότατη αντίληψη πάνω στο σενάριο, ανάλογα γυρισμένο με μοντάζ να αστράφτει και να συνεπαίρνει και να σε παρασύρει στην αγωνία καθώς ο μικρός τρέχει με το μηχανάκι και τον κυνηγούν οι κακοί αλλά κι ο Χρόνος και το πλοίο που είναι έτοιμο να σαλπάρει, κι η ιδιοτελής αγωνία εκείνων που τον καρτερούν στο λιμάνι…. Τι Πέραμα, τι Λαύριο… Από όπου κι αν κοιτάς τη θάλασσα περιμένεις να σε ταξιδέψει και να αφήσεις πίσω σου αυτά που σε σπρώχνουν στην αγκαλιά της… Αλλά…. Και με τι διακριτικότητα το «αλλά».. Μάγκας ο «Μάγκας».

«Ο Καραγκιόζης»του Μιχάλη Γιγιντή

Η ζωή είναι άδικη για τον Χρήστο-Ραφαήλ: έχει τόσο ωραίο όνομα και, σε κάθε κύκλο της ζωής του, έρχεται μια στιγμή που κάποιος, η μαμά του, ο διοικητής του στο στρατό, ακόμα και η αγάπη του, τον φωνάζουν κάτι πολύ χειρότερο: Καραγκιόζη! Μήπως ξέρουν κάτι που δεν ξέρει; Ο Μιχάλης Γιγιντής διασκευάζει το ομότιτλο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου και ο συνδυασμός τους γεννά μια ταινία με πετυχημένο μαύρο χιούμορ, διακριτικά ζοφερές προεκτάσεις και μια καρδιά ριζωμένη στην ελληνική λαϊκή παράδοση. Η φειδώ δεν είναι η αρετή της: οι συμβολισμοί φορτώνουν την εικόνα (όχι το απολαυστικό voice over του Κωνσταντίνου Τζούμα) με μπόλικα… καραγκιοζιλίκια και η κορύφωση του φινάλε μοιάζει αταίριαστα δραματική, ειδικά εκτυλισσόμενη μπροστά σ’ ένα κρεμασμένο αρνί της Λαμπρής.

«Sad Girl Weekend» των Δημήτρη Τσακαλέα και Λήδα Βαρτζιώτη

Με μια μελαγχολία που χύνεται σε κάθε πλάνο και μοιάζει έτοιμη να πλημμυρίσει κάθε γωνιά του πανέμορφου τετράγωνου κάδρου, το δίδυμο των Δημήτρη Τσακαλέα και Λήδας Βαρτζιώτη που ξεχώρισαν δίκαια πέρσι με το νεανικό «Yawth», μεγαλώνουν και είναι έτοιμοι κι αυτοί με τη σειρά τους, όπως και οι τρεις ηρωίδες τους, να αποχαιρετήσουν τον έφηβο που αφήνουν πίσω τους με την ιστορία τριών φιλενάδων που περνούν το τελευταίο Σαββατοκύριακο μαζί στο σπίτι στο χωριό, αφού οι δρόμοι τους θα χωρίσουν τώρα, για πρώτη φορά. Ποπ, παστέλ, κοριτσίστικο, με τρεις υπέροχες ερμηνείες (οι – «δεν μπορώ να σε χορτάσω» – Ελσα Λεκάκου, Τζωρτζίνα Λιώση, Νατάσα Εξηνταβελώνη), που δίνουν βάθος στην ελαφρότητα των στιγμιότυπων από τα οποία αποτελείται, το «Sad Girl Weekend» αφήνει έντονη τη γεύση της θλίψης για όλα όσα τελειώνουν και μαζί ενός απόλυτα σημερινού σινεμά που θες γρήγορα να δεις τι θα γίνει όταν «μεγαλώσει».

«Pathologies of Everyday Life» του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου

Ο Σεμπάστιαν κι ο Ρόμπιν αισθάνονται μια ζωή παρίες: ήδη απ’ όταν, στο σχολείο, ο κύριος Μπραντ τους ανέθετε μόνο τον Ρόζενκραντς και τον Γκίλντενστερν, ποτέ έναν Αμλετ. Τώρα, καθισμένοι σ’ ένα αυτοκίνητο στη μέση του σκοτεινού πουθενά, συζητούν για το αν ήρθε η ώρα ν’ ανατρέψουν την ταυτότητα που τους έχει δοθεί από την «κοινωνία» – κι αν ναι, ποιος από τους δυο τους θα πάρει την ευθύνη. Η 11λεπτη ταινία του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου περνά σαν αστραπή, σαρώνοντας στο πέρασμά της τον παλιό Ταραντίνο, τον παλιό Φρίαρς, τη νέα μελαγχολία μιας ζωής χωρίς αντίκρυσμα. Δυο ορμητικές ερμηνείες, διάλογος γεμάτος κυνικό χιούμορ κι οξυδέρκεια, μια κατάμαυρη ανατροπή στο φινάλε, ένα συνοπτικό δείγμα δουλειάς ενός μελλοντικού… πρωταγωνιστή.

«Εξομολόγηση» του Ανδρέα Σιεηττάνη

Το 1957, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων κατά των Αγγλων, ένας από τους Κύπριους αγωνιστές βρίσκει καταφύγιο σε ένα μοναστήρι, αλλά όταν ένα βράδυ οι Αγγλοι μαθαίνουν πως κρύβεται εκεί, εκείνος αναγκάζεται να προσποιηθεί πως είναι ιερέας για να καταφέρει να γλιτώσει. Ικανό ως σύλληψη να αποτελέσει μια νέα, φρέσκια (;) ματιά πάνω σε μια μεγάλη ιστορική στιγμή της Κύπρου και εν γένει των ρόλων που αναγκάζεσαι να υποδυθείς όταν το ζητούμενο είναι η επιβίωση, το φιλμ του Ανδρέα Σιεηττάνη τελειώνει ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει η υλοποίησή του. Τίποτα δεν είναι ακριβώς λάθος (μιλώντας για τις ερμηνείες, τις προφορές, την αίσθηση της ταινίας εποχής), αλλά ξαφνικά όλα μοιάζουν κάπως έτσι: από την στιλιζαρισμένη πλανοθεσία και φωτογραφία κενή ωστόσο από οποιαδήποτε ατμόσφαιρα, μέχρι την διαρκώς αμήχανη λανθάνουσα ομοερωτική σχέση των δύο κεντρικών πρωταγωνιστών που στην κορύφωσή της δεν καταφέρνει να αποδώσει τη μεταφυσική – φανταζόμαστε – ή λυτρωτική διάσταση που επιθυμούσε ο νεαρός δημιουργός.

«Το Βάρος της Θάλασσας» του Κωστή Αλεβίζου

Ένα κορίτσι, εύθραυστο στην όψη, δυνατό στο βλέμμα, ακολουθεί κάθε μέρα την ίδια διαδρομή: πηγαίνει στη θάλασσα, γεμίζει ένα μεγάλο δοχείο με νερό και το μεταφέρει ως το σπίτι της. Την εγκαταλείπουμε έξω από την κλειστή πόρτα και την ξανασυναντάμε την άλλη μέρα, που θα επαναλάβει τα βήματά της, ως (αθώος) Σίσυφος. Θα χρειαστεί να περάσει χρόνος (που γίνεται αισθητός), αλλά κι ένα ελλειπτικό ρομάντζο, για να φτάσουμε στη λύση του αινίγματος, στο τι βρίσκεται πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού ή της ψυχής. Σε μια ιστορία που, όπως τίθεται από την αρχή, στηρίζεται σε προσωπικό βίωμα του σκηνοθέτη, είναι προφανές πως η επιθυμία του είναι να συμπληρώσει ο θεατής το αφαιρετικό σενάριο, αλλά ίσως λίγα παραπάνω στοιχεία, περισσότερα απ’ αυτά που προσθέτουν οι θαυμάσιες αισθητικές επιλογές, η μελαγχολία κι η ευαισθησία της, θα έκαναν την ουσία της ταινίας πιο προσβάσιμη.

«I Am Mackenzie» της Άρτεμις Αναστασιάδου

Παγιδευμένο ανάμεσα στην τοξική αρρενωπότητα, ένα λαμέ φόρεμα και έναν εφηβικό έρωτα, ένα αγοροκόριτσο από το επαρχιακό Τέξας, κάνει σεξ για πρώτη φορά στο φορτηγάκι του πατέρα του. Ενα αγοροκόριτσο στη (σκληρή) καρδιά του Τέξας, εξερευνά τα όρια του αποδεκτού και μη, της τρυφερότητας και της βίας, της ταυτότητας που προσδιορίζεται ή όχι από το φύλο, της οικογενειακής πίστης και της προδοσίας της. Ενα πολυχρησιμοποιημένο φορτηγάκι γίνεται το όχημα για την ενηλικίωση. Η σκηνοθέτης του «Calling» συνεχίζει την πορεία της μ’ ένα φιλμ αιχμηρό και ζεστό, απόλυτα επίκαιρο και διαχρονικό, συγκροτημένο και με δυνατή, καθαρή πρόθεση, έτοιμο να γίνει μια μεγάλου μήκους ταινία αυτού που παλιά θα χαρακτηρίζαμε «ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά» και τώρα, απλώς, «σημερινό». Η διακριτική ευαισθησία του φαίνεται τόσο περισσότερο, όχι στις (σκληρά φωτισμένες) εσωτερικές σκηνές, αλλά στην απαλή, αδέξια τρυφερότητα μιας μοναχικής εφηβείας και μιας κινηματογραφικής ωρίμανσης. Η σκηνοθέτης σπούδασε Θέατρο στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, και σκηνοθεσία κινηματογράφου στο University of Texas at Austin. Από το 2007 έχει υπογράψει το μοντάζ σε πολλά βραβευμένα ντοκιμαντέρ, μικρού μήκους ταινίες και σήριαλ. Η προηγούμενη μικρού μήκους ταινία της «Calling», απέσπασε το βραβείο «Έλληνες του Κόσμου» στο 41ο Φεστιβάλ της Δράμας. Το «I am Mackenzie» είναι η πτυχιακή της ταινία, και απέσπασε βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους στο SXSW 2019, Texas Shorts και στο L.A Greek Film Festival.

«W» του Στέλιου Κουπετώρη

Μέσα σε μια σχολική τάξη, ο δάσκαλος παραδίδει: μιλά, με ένταση και επεξηγηματικότητα, για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους μέχρι την υψηλή διανόηση του homo sapiens. Ο Στέλιος Κουπετώρης κάνει μια μινιμαλιστική, εξάλεπτη ταινία που λειτουργεί μόνο μαζί με το αποκαλυπτικό φινάλε της. Μπορεί ο δάσκαλος (η ερμηνεία του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου έχει κάτι το οικείο και το μαγνητικό) να μιλά αγγλικά με ελληνική προφορά χωρίς λόγο (παρά, ίσως, την πρόσβαση της ταινίας στο εξωτερικό;), μπορεί στη διάρκειά της να νιώθει κανείς μια αμηχανία για τη σημασία της, αλλά όταν ο κάδρο ανοίγει, πολύ, σαρωτικά, η ματιά του σκηνοθέτη γίνεται αυτομάτως καθηλωτικά κυνική και η συγκίνηση του θεατή διαπεραστική.

«Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου» του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου

Ο Δημήτρης και η Δήμητρα βρίσκονται μαζί με τις δύο τους κόρες στις 34ες διακοπές τους. Τη στιγμή που θέλουν όσο οτιδήποτε να συμβεί κάτι, έρχεται κάτι σαν το τέλος του κόσμου. Και μαζί προσπαθούν να βρουν μια έξοδο κινδύνου για να φύγουν από το νησί όπου είναι εγκλωβισμένοι. Παραβολή για το τέλμα ενός ζευγαριού που πρέπει να αλλάξει ρουτίνα προκειμένου να μπορεί να κοιτάξει ξανά στο μέλλον, το «Καρτ Ποστάλ από το Τέλος του Κόσμου» επιβεβαιώνει τις περγαμηνές που είχε δώσει ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος με το «Lea» του 2013 για ένα σινεμά οξυδερκές, με χιούμορ και αισθητική (εκπληκτική η φωτογραφία του Θοδωρή Μιχόπουλου), ρομαντισμό και φαντασία, σε ένα φιλόδοξο μείγμα που ακόμη κι όταν δεν ολοκληρώνει όλες τις προθέσεις του, αφήνει την όμορφη και σπάνια γεύση μιας ταινίας με άποψη κι ενός δημιουργού που μας κρατά αγκιστρωμένους στη χάρη του.

«Chopper» σε σκηνοθεσία Γιώργου Καψανάκη

H Αντζι, μη μπορώντας να δεχτεί ότι θα στείλουν τον παππού της στο γηροκομείο – έναν πρώην μηχανόβιο που πάσχει από άνοια – κλειδώνεται στο δωμάτιό του και παίρνει δραστικά μέτρα. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Καψανάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1992. Αποφοίτησε από το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας στη Μυτιλήνη το 2016 και ξεκίνησε να εργάζεται στην τηλεόραση μεταξύ άλλων και ως σκηνοθέτης σε ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Το Σεπτέμβρη του 2017 του χορηγήθηκε υποτροφία από το ίδρυμα Ωνάση για σπουδές στην Αγγλία και ένα χρόνο αργότερα τον Σεπτέμβρη του 2018 ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του πάνω στη σκηνοθεσία στο Bournemouth University. Η ταινία «Chopper» είναι η πτυχιακή του εργασία.

«Sable Noir» του Θανάση Τρουμπούκη
Μια αιθέρια κοπέλα, δίπλα στους αμμόλοφους και την γκρίζα θάλασσα του γαλλικού Βορρά, ανακαλύπτει ξεχασμένες κασέτες αλλόκοτων αφηγήσεων. Όσο προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τη σημασία τους, τόσο βυθίζεται εκεί όπου η πραγματικότητα και το όνειρο γίνονται ένα. Ο Θανάσης Τρουμπούκης έχει αποδείξει και τη φιλοδοξία και το ταλέντο του ήδη από το «Whale 52» κι η νέα του δουλειά κινείται στο ίδιο, αλλά πολύ πιο αφαιρετικό, ύφος, μιας εγκεφαλικά επιλεγμένης, εικαστικής ιδιαιτερότητας. Η φωτογραφία της Χριστίνας Μουμούρη, που δίνει στην κάθε φιγούρα δυο και τρεις περιβάλλουσες «αύρες», οπωσδήποτε ιντριγκάρει το μάτι και τη σκέψη στην αρχή, ωστόσο η υπερβολικά αινιγματική πλοκή σε συνδυασμό με την 20λεπτη διάρκεια της ταινίας, κάνουν τα νοήματά της να πνιγούν ελαφρώς στην κινούμενη άμμο της εικόνας.

«Στο Δωμάτιο» της Γεωργίας Μ. Σωτήρχου

Όταν λείπει ο Θεός, κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση του… Μέσα σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον, οι τρεις εμπλεκόμενοι χαρακτήρες, ένας άρρωστος ηλικιωμένος άνδρας, η νεαρή γυναίκα που τον φροντίζει και η άνεργη μεσήλικη κόρη του παλεύουν με τη συνείδηση και τις πεποιθήσεις τους, ενώ καλούνται να θέσουν τα όρια μεταξύ ηθικής και ελευθερίας. Η Γεωργία Σωτήρχου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Εφαρμοσμένες Τέχνες στις πρώην Σχολές Δοξιάδη και εργάστηκε ως γραφίστας για πολλά χρόνια σε μεγάλες εταιρείες και εκδοτικούς οίκους. Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα αυτοσχεδιασμού και υποκριτικής θεάτρου. Το 2015 αποφάσισε να αλλάξει πορεία και ξεκίνησε τη φοίτησή της σε κινηματογραφική σχολή της Αθήνας. Τον Σεπτέμβριο του 2019 πήρε το πτυχίο της από το Τμήμα Σκηνοθεσίας.

«Για Χρόνια Πλάγιαζα Νωρίς’ του Ιάκωβου Παναγόπουλου

Ελλάδα, 2017. Η αδυναμία οικονομικής στήριξης του Αρη (πάσχοντα της Νόσου Κινητικού Νευρώνα / ALS), θέτει τη γυναίκα του, Περσεφόνη, αντιμέτωπη με τα ανθρώπινα υπαρξιακά όρια. Πόσα χρόνια ταξίδι θέλει τελικά για να φτάσεις πραγματικά «σπίτι»; +Ο Ιάκωβος Παναγόπουλος είναι πολυβραβευμένος σκηνοθέτης, γνωστός για τις πρόσφατες ταινίες του «A Still Sunrise» (2017) και «Flickering Souls Set Alight» (2019). Η πρωτοποριακή δουλειά του είναι συνδυασμός πρακτικής σκηνοθεσίας και ακαδημαϊκής έρευνας. Στόχος του είναι να κλείσει το χάσμα ανάμεσα στα δύο. Το μεγαλύτερό του πρότζεκτ μέχρι στιγμής, η ταινία «Για Χρόνια Πλάγιαζα Νωρίς» (2019), είναι η κινηματογραφική απόδοση της έρευνάς του για την Αμυοτροφική Πλευρική Σκλήρυνση. Μετά από πτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Ηχου και Εικόνας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο Ιάκωβος απέκτησε το μεταπτυχιακό ΜΑ Cinematography for film and television στο Πανεπιστήμιο του Bournemouth της Αγγλίας. Μόλις παρέδωσε τη διδακτορική του διατριβή για το έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire. Είναι ενεργός ερευνητής, με πολλαπλά διεθνή δημοσιεύματα. Επί του παρόντος έχει επιστρέψει στην Ελλάδα όπου το τρέχων έτος δίδασκε ως ErasmusTeaching Assistant στο Τμήμα Ηχου και Εικόνας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Είναι επίσης επίσημος ερευνητής στο Story Lab International Film Development Research Network και επιστημονικός συνεργάτης στο In Arts (interactive research lab). Μόλις επέστρεψε από ένα ταξίδι έρευνας στην Καλιφόρνια με το Story Lab όπου και παρουσίασε την τεχνική βιογραφικής καταγραφής ethnomediology σε ιθαγενείς, μέλη της φυλής Tejon.

Γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Βασίλη Κεκάτο και φωτογραφημένη υπέροχα από τον Γιώργο Βαλσαμή είναι μια ποιητική ιστορία αγάπης και τρυφερότητας. Αφηγείται την ιστορία δύο αγνώστων που συναντιούνται ένα βράδυ κάπου στην Εθνική Οδό σε ένα ξεχασμένο βενζινάδικο. Ο ένας έχει σταματήσει για να βάλει βενζίνη στην μηχανή του. Ο άλλος έχει ξεμείνει εκεί. Για να γυρίσει στην Αθήνα του λείπουν 22.50€. Ο,τι διαδραματίζεται ανάμεσα τους στα 9 λεπτά που διαρκεί το φιλμ είναι μια πράξη που ξεκινάει σαν ψωνιστήρι και καταλήγει σε μια σχέση τρυφερού έρωτα. Διαθέτει ένα από τα πιο ωραία φινάλε ταινίας μικρού ή μεγάλου μήκους, δυναμικό, ποιητικό, αξέχαστο!

Η ταινία με γέμισε αισιοδοξία για το τι μπορούν να κάνουν οι Έλληνες δημιουργοί με ελάχιστα χρήματα και χωρίς την υποστήριξη της πολιτείας. Πιο αισιόδοξη με έκαναν όμως ο ίδιος ο δημιουργός και οι δύο ηθοποιοί του με τις δηλώσεις τους που φανερώνουν ανθρώπους με σθένος στην υποστήριξη της γνώμης τους και ομαδικό πνεύμα.

O Βασίλης Κεκάτος είναι μόλις 28 χρόνων. Είναι ο μοναδικός Έλληνας που έχει τιμηθεί με το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών για ταινία μικρού μήκους για την «Απόσταση ανάμεσα στον Ουρανό και Εμάς». Έχει τιμηθεί επίσης με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» και το Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Δράμας κοκ. Οι δυο του ηθοποιοί έχουν τιμηθεί ο μεν Νικολάκης Ζεγκίνογλου με Τιμητική Διάκριση Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας, ενώ ο Ιώκο-Ιωάννης Κοτίδης, με Εύφημο Μνεία.

Ο σκηνοθέτης δηλώνει:

Η «Απόσταση Ανάμεσα στον Ουρανό κι Εμάς» είναι μια ερωτική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα βενζινάδικο. Είναι συγχρόνως μια ταινία για την απόσταση που μας χωρίζει από ο,τιδήποτε πιστεύουμε ότι δε θα πλησιάσουμε ποτέ. Από ό,τι κι αν θαυμάζουμε ή επιθυμούμε αλλά για εμάς αστράφτει απρόσιτο. Στην προκειμένη, αυτό είναι ο έρωτας στην πιο τρυφερή και ρομαντική μορφή του. Η στιγμή της μαγείας σε έναν τόπο και χρόνο όπου ο,τιδήποτε όμορφο μπορεί να φαντάζει παράταιρο, ανέλπιστο κι απροσδόκητο. Τα δύο αυτά αγόρια είναι σαν μια καταιγίδα εν νηνεμία. Οι φυσιογνωμίες τους είναι συναρπαστικές λόγω ενός σπάνιου εκρηκτικού συγκερασμού αντιθέσεων. Από την αγριάδα και την ηρεμία που συγκατοικούν στο βλέμμα του Νικολάκη, μέχρι την τρυφερότητα και τη φιληδονία που βρίσκονται ανάγλυφες στα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ιώκο. Η επιλογή τους από μέρους μου ήταν καθαρά ενστικτώδης. Η πλαστικότητα, η φαντασία και η καλοσύνη τους ήταν οι αρετές τους αυτές που μου αποκαλύφθηκαν στην πορεία και επιβεβαίωσαν με τον καλύτερο τρόπο το ένστικτο μου. Δεν θεωρώ ότι είναι ιδανικοί για τους ρόλους της ταινίας που φτιάξαμε. Θεωρώ ότι είναι ιδανικοί άνθρωποι για να συνεργαστεί ο οποιοσδήποτε σε οποιαδήποτε ταινία.

Η πολυβραβευμένη ταινία του Βασίλη Κεκάτου θα προβληθεί στα Βριλήσσια στις 21-22 Νοεμβρίου στο πλαίσιο του αφιερώματος «Το Φεστιβάλ Δράμας Ταξιδεύει…» (στο ΤΥΠΕΤ από το Cine Δράση.

 

πηγή: Δράση για μια άλλη πόλη